Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η πορεία της πορείας της Στέλλας Χαραμή


(για τις διαδηλώσεις και τις πορείες -πριν την εξέγερση του Δεκεμβρίου 08)


Το σύνθημα «όλοι στους δρόμους, να ρίξουμε τους νόμους» που δονεί τις αθηναϊκές πορείες διαμαρτυρίας θα μπορούσε να είναι το σλόγκαν της πολιτικής ανυπακοής, γνήσιος εκφραστής του πιο αμφιλεγόμενου μοντέλου δημόσιας δράσης από το 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Από τους αιματοβαμμένους δρόμους του Σικάγο (1886) και την παλλαϊκή εξέγερση του Παρισιού το ’68 ως τον επαναστατικό πυρετό της Γένοβας του 2001, η πολύβουη συλλογικότητα υιοθετεί μια ενιαία γλώσσα, ικανή συνθήκη διεκδίκησης δικαιωμάτων. Στα 35 χρόνια που η Αθήνα «περιθάλπει» αδιάλειπτα την κινηματική δράση, η πορεία έχει ενσωματώσει στις τάξεις της διάφορες πρακτικές ρητορικής. «Μεταπολιτευτικά, η διαδήλωση είναι μια άσκηση ελευθερίας», τονίζει ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Τάκης Καφετζής. Αν και ο όγκος της πορείας είναι ανοργάνωτος, τα πανό πυκνώνουν και τα συνθήματα είναι ουσιοκρατικά, μεταφέροντας καθαρά πολιτικά αιτήματα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 -απότοκο της ανόδου Παπανδρέου στην εξουσία, οπότε η Αριστερά διαχωρίζει τη θέση της από το ΠΑΣΟΚ- τα συνθήματα παίρνουν χαρακτήρα «αντί», σκαρώνονται σε κομματικά γραφεία, ενώ η παραγωγή πανό ανατίθεται σε βιοτεχνίες. Την περίοδο παρακμής της διαδήλωσης, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, εξαιτίας του τελματωμένου φοιτητικού κινήματος και της «κρίσης στο χώρο του συνδικαλισμού, που απογοήτευσε πολλές δυνάμεις εργαζομένων», όπως σημειώνει ο Χρήστος Κατσώτης, μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ, διαδέχεται η αναζωπύρωση των κινημάτων στην Ελλάδα και παγκοσμίως.

Νέα γλώσσα
Στην αυγή της νέας χιλιετίας τα εκφραστικά μέσα της πορείας ανανεώνονται, ζεστό κράμα του διεθνούς κινήματος και της ελληνικής παράδοσης διαμαρτυρίας. Ο Δημήτρης Στρατούλης του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ και μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ βλέπει ένα «θέατρο δρόμου» στη σημερινή μορφή της πορείας. Την κεφαλή της σχηματίζουν πολύχρωμα ακτιβιστικά δρώμενα: μουσικές μπάντες ή ηθοποιοί πάνω σε άρματα, σκύλοι που κουβαλούν πλακάτ τύπου «ερχόμαστε για διάλογο». Το σύνθημα -«αυθόρμητο, με φαντασία και αυτονομημένο από τη γλώσσα των κομμάτων» κατά τον κ. Στρατούλη- αναπαράγεται σε κάθε μπλοκ υπό την καθοδήγηση της ντουντούκας και ενίοτε δανείζεται μελωδίες τραγουδιών. Δείγματα διείσδυσης ευτελισμού στην κουλτούρα της πορείας, σύμφωνα με τον κ. Καφετζή. «Πανό που γράφουν “όταν ο Μαγγίνας διώξει τον Ινδό, τότε θα λυθεί το ασφαλιστικό” κάνουν πολιτικό graffiti γελοιοποιώντας τα πάντα. Υιοθετούμε το απεικονιστικό μέσα από μια παιγνιώδη διάθεση. Γινόμαστε αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν αληταριό».

Κι ενώ η τελετουργία της πορείας παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερή -ο λέκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παναγής Παναγιωτόπουλος, υπενθυμίζει «τη συμβολική επιμονή της στην αμερικανική πρεσβεία»- τίθεται το ερώτημα αν η γλώσσα της διαδήλωσης (παραδομένη στο θέαμα και την ατάκα) διατυπώνει πολιτική βάθους. «Η πορεία εξακολουθεί να είναι ένα τελέσφορο μέσο διεκδίκησης δικαιωμάτων και δημόσιας εγγραφής θεμάτων στην πολιτική ατζέντα. Πιθανόν όχι εξίσου λυσιτελές όσο στο παρελθόν, όπου μια διαδήλωση ήταν το θέμα της ημερήσιας συζήτησης. Αλλωστε, ο όποιος ευτελισμός της διαδήλωσης εγγράφεται στο γενικότερο κύκλο του φαινομένου που λέγεται ευτελισμός του πολιτικού», παρατηρεί ο κ. Καφετζής. Συνεπώς, η διαμαρτυρία αποδίδει μερικώς. Oπως εξηγεί ο κ. Παναγιωτόπουλος, «η πορεία έχει θέση και λειτουργικότητα όταν φτιάχνει μια ρωγμή στον κοινωνικό και πολιτικό χρόνο. Με αυτό το δεδομένο, οι κινητοποιήσεις για το άρθρο 16 ήταν αποτελεσματικές».

737 πορείες το 2007
Σε πρόσφατη έρευνα της Public Issue, το 54% των Αθηναίων ζήτησε τον περιορισμό των διαδηλώσεων. Διόλου παράδοξο αν λάβουμε υπόψη ότι το 2007 πραγματοποιήθηκαν 737 πορείες στο κέντρο της πόλης – χονδρικά δύο διαδηλώσεις την ημέρα. Δηλαδή, η πορεία είναι μέρος της καθημερινότητας της Αθήνας. Λειτουργεί αυτή η επανάληψη εκτός από οχληρό εργαλείο για την πλειοψηφία και ως εργαλείο αυτοκατάργησης της πορείας; «Οταν χρησιμοποιείς ένα όπλο πολλές φορές παθαίνει αφλογιστία», εκτιμά ο κ. Καφετζής.

Η σπατάλη δυνάμεων του κοινωνικού αγώνα «προφανώς μειώνει και το αίσθημα συμπάθειας του πληθυσμού της πόλης προς τους διαδηλωτές», συμπληρώνει ο κ. Παναγιωτόπουλος. «Οι κάτοικοι ή οι έμποροι του κέντρου συμμερίζονται τα αιτήματά τους, αρκεί να διαγνώσουν πως είναι δίκαια και πως η κινητοποίησή τους έχει έκτακτο χαρακτήρα. Οταν θεσμοποιείται, δεν έχει καμία δραστικότητα». Οι διαδηλωτές -θεωρητικά όλοι είμαστε εν δυνάμει διαδηλωτές- απαντούν πως τα δικαιώματα έχουν κόστος, κοινωνικό ή πολιτικό. «Μια κοινωνία που διαδηλώνει είναι υγιής», τονίζει ο κ. Στρατούλης, για να συμφωνήσει με τον Αμερικανό συγγραφέα Τζον Στάινμπεκ, που έγραφε ότι «η ανθρώπινη φύση υπαγορεύει τη διαμαρτυρία, με αίτημα την αλλαγή προς το καλύτερο». Και προσθέτουν ότι η πορεία είναι ένας εναλλακτικός τρόπος για να βιωθεί ή να ανακαταληφθεί ο δημόσιος χώρος. Σε μια εποχή που καθετί δημόσιο εποικίζεται εύκολα από το ιδιωτικό.

Νέα μορφή

Στις 29 Αυγούστου, όταν οι χιλιάδες εκτάσεις πρασίνου ανά την Ελλάδα είχαν μετατραπεί σε τέφρα, επτά χιλιάδες διαδηλωτές «στρατοπέδευσαν» στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά στη Βουλή, πραγματοποιώντας την πιο πρωτότυπη κινητοποίηση στην ελληνική ιστορία της πορείας. Η αποστολή ενός sms και ενός e-mail στάθηκε αρκετή για να τους συγκεντρώσει, η σιωπή τους αποτέλεσε την πιο γλαφυρή διατύπωση αγανάκτησης. «Η κινητοποίηση των blogger μοιάζει εξαιρετικά ευφυής και διαφορετική. Εχει το πλεονέκτημα να μην προκύπτει από μια συγκεκριμένη εστία, κόμμα ή θεσμό», εξηγεί ο Παναγής Παναγιωτόπουλος. «Από την άλλη, είχε σαφή αντιπολιτική στάση. Γιατί είναι αντιπολιτικό ως απολίτικο να λες ότι φταίει το σύστημα για τις πυρκαγιές». Η διαμαρτυρία της 29ης Αυγούστου ανέτρεψε και κάτι ακόμα: την παραδοσιακή τελετουργία της πορείας. Οι διαδηλωτές δεν σήκωσαν πανό και πλακάτ, δεν φώναξαν μέσα από ντουντούκες και έγιναν, όπως σημειώνει ο κ. Παναγιωτόπουλος «κατά κάποιον τρόπο ένστολοι», ντυμένοι στα μαύρα σε ένδειξη πένθους.

Η μουσική

Η διαμαρτυρία έχει soundtrack. Και παραμένει αλώβητο στο χρόνο. Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι πορείες ντύνονται με τα τραγούδια του Σαββόπουλου, του Ελληνα Μπομπ Ντίλαν. Είναι η εποχή που, όπως σημειώνει ο ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου «Ηχοι και απόηχοι: κοινωνική ιστορία του ροκ φαινομένου στην Ελλάδα» Κώστας Κατσάπης, «η ανανεωτική Αριστερά αλλάζει στάση και ακυρώνει την πρωταρχική της ερμηνεία σχετικά με το ότι η ροκ μουσική δεν είναι επαναστατική και απευθύνεται σε νέους χωρίς πολιτικές ανησυχίες».
Οι φοιτητές αναπαράγουν τη μουσική του Νέου Κύματος, το οποίο αποτελεί την ελληνική εκδοχή του αμερικανικού φολκ τραγουδιού διαμαρτυρίας. Τραγούδια που ακούγονται 30 χρόνια μετά, κυρίως στις εργατικές πορείες. «Η διαχρονική τους αξία οφείλεται καταρχήν στο ποιοτικό τους επίπεδο και με αυτήν την έννοια είναι αξεπέραστα», παρατηρεί ο κ. Κατσάπης. «Την ίδια ώρα, το κίνημα της εποχής μυθοποιήθηκε και καπέλωσε τη μουσική παραγωγή που ακολούθησε».

Η γλώσσα της βίας

Kι ύστερα ήρθαν οι μολότοφ… Οταν οι αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στο χώρο του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1995 συλλαμβάνοντας 500 αναρχικούς, έθεταν τις βάσεις για μια νέα «βεντέτα» που βρήκε χώρο έκφρασης στις πορείες διαμαρτυρίας. Οι διαδηλώσεις που μέχρι τότε αυτοκαθορίζονταν σε ένα βαθμό -όπως θυμίζει ο καθηγητής Τάκης Καφετζής, «η Αστυνομία ένιωθε ενοχές, ήταν ο φοβισμένος εχθρός, δεν πληρούσε καν τον ορισμό του Βέμπερ για το μονοπώλιο του νόμου καταναγκασμού»- πέρασαν στη φάση της παρεμβατικής παρουσίας των Αρχών. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει αλληλοαντίδραση μεταξύ Αστυνομίας και πορείας. Η διαδήλωση χαράζει μια πορεία και βάσει αυτής η Αστυνομία κάνει το πλάνο της. Δεν πηγαίνει με σκοπό να επιτεθεί», παρατηρεί ο καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Πανούσης.

Οπως καταγγέλουν διαδηλωτές, η άσκηση ωμής βίας από τα ΜΑΤ ή η αδυναμία περιφρούρησης της πορείας από τις -σύμφωνα με τον κ. Στρατούλη- «πιο ζωηρές ομάδες διαδηλωτών» καταλήγουν σε βίαια επεισόδια.

Ποια είναι, λοιπόν, η χορδή που χωρίζει την έννοια της προφύλαξης από την έννοια της καταστολής; «Εχουμε ένα πρόβλημα με το τι είδους Αστυνομία θέλουμε. Από τη μια, εντάσσουμε στο πλαίσιο της πορείας το διαδηλωτή που επιτίθεται στον αστυνομικό με καδρόνι αλλά μιλάμε για καταστολή όταν ο αστυνομικός χτυπήσει με κλομπ το διαδηλωτή. Ας δούμε επιτέλους τι σημαίνει δυναμική πορεία και τι επίθεση με μολότοφ ή λεηλασία καταστημάτων», απαντά ο κ. Πανούσης. Οπως επιβεβαιώνουν τα γεγονότα των τελευταίων ετών, η βία έχει εγγραφεί στο DNA της πορείας και από μερίδα διαδηλωτών θεωρείται ιδίωμα της γλώσσας της. «Για κάποιους μια πορεία με επεισόδια νομιμοποιεί το δυναμισμό της. Ωστόσο, το παιχνίδι των επεισοδίων δεν το παίζουν μόνο οι γνωστοί άγνωστοι αλλά και τα κανάλια που νοικιάζουν μπαλκόνια στους γύρω δρόμους. Οταν κάνεις πολεμική προετοιμασία, θα ακολουθήσει κι ο πόλεμος. Εδώ που έχουμε φτάσει, η ειρηνική διαδήλωση περνάει απαρατήρητη», εξηγεί ο κ. Πανούσης. Τελετουργική συνθήκη ή όχι, τα επεισόδια υπονομεύουν την πορεία: όσο ευρηματικό κι αν είναι ένα σύνθημα ή ένα πανό, εμφανίζεται ανίσχυρο μπροστά στην εικόνα του κουκουλοφόρου με την πέτρα στο χέρι.

Ελεύθερος Τύπος 30.04.08

Δεν υπάρχουν σχόλια: