Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Πρόσωπα της βίας στις σύγχρονες κοινωνίες


Michel Wieviorka

La violence

Εκδ. Balland, Παρίσι

Σελ. 329, 21 ευρώ

Οι δυτικές μεταπολεμικές κοινωνίες νόμιζαν ότι είχαν προσεγγίσει την πληρέστερη εκδοχή της κοινωνικής ειρήνης. Μια κατάσταση όπου η βία δεν ξεπερνούσε την ανομία και εκφραστές της ωμότητας ήταν μόνον κάποιοι «ψυχοπαθείς». Οσο για τους διεθνείς ανταγωνισμούς, αυτοί θα επιλύονταν σταδιακά με την υποχώρηση των εθνικισμών, την πλανητική επικοινωνία και διαβούλευση. Ο πόλεμος και η τρομοκρατία ήταν για τις δυτικές ελίτ, τουλάχιστον, κατάλοιπα του αντιαποικιακού αγώνα και του χάσματος Βορρά – Νότου. Η σκληρότητα των πολέμων του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν, το απαρτχάιντ, η κρατική καταστολή στις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, οι αφρικανικοί ολοκληρωτισμοί, η αραβική και ευρωπαϊκή τρομοκρατία είχαν θεωρηθεί συμπτώματα ατέλειας μιας δημοκρατίας που «θα αυτοθεραπευτεί»

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

Τα μεγάλα πλανητικά γεγονότα, όμως, και η κοινωνική καθημερινότητα των τελευταίων ετών έχουν διαψεύσει αμετάκλητα αυτές τις προσδοκίες. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου, αντί να την ενταφιάσει, πρόσφερε στη βία νέα πνοή.

Στον πόλεμο του Ιράκ, οι Αμερικανοί βασανίζουν και γεμίζουν τον πλανήτη με εκτός νόμου κρατητήρια, εναέρια και επίγεια. Οι ριζοσπαστικές αντιστασιακές ομάδες αναδιπλασιάζουν τη σκληρότητα, καθιστώντας τις επιδρομές αυτοκτονίας καθημερινή εμπειρία και την καρατόμηση «σύνηθες πολεμικό όπλο».

Η κυνική χρήση της ισραηλινής υπεροπλίας κατά των παλαιστινιακών οικισμών «απενοχοποιείται» κάθε φορά που ένας «μάρτυρας», αποκομμένος από κάθε εγκόσμια ελπίδα, μετατρέπει εαυτόν σε όπλο απόλυτης καταστροφής. Αλλά και στις δικές μας κοινωνίες, βία και σκληρότητα διασπείρονται.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν υποχωρεί αναλογικά με την κοινωνική ευρωστία, η βαριά εγκληματικότητα μεταχειρίζεται δυσανάλογα μέσα για την επίτευξη των στόχων της και η διακίνηση ανθρώπων ανθεί με τέλειο λίπασμα την εξαθλίωση και την εξουσία ενός παγκοσμιοποιημένου δικτύου προαγωγών της ανθρώπινης ζωής. Η βία έχει επανέλθει: εμπόλεμη, ολοκληρωτική, δημόσια, πανηγυρική, ιδιωτική, βουβή, θανατική, ακατανόητη.

Εθισμός στην ωμότητα

Εξορμώντας από αυτό το ζοφερό περιβάλλον, το βιβλίο του Γάλλου κοινωνιολόγου Michel Wieviorka, καθηγητή στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών στο Παρίσι, διαπιστώνει μια ριζική μεταβολή στα χαρακτηριστικά της βίας. Η σχετική οικονομία με την οποία τη μεταχειρίζονταν οι επαναστατημένοι του 20ού αιώνα έχει σήμερα εξατμιστεί. Η «βία–εργαλείο», αυτή που δεσμευόταν, τουλάχιστον, από τους στόχους της, δεν υπάρχει πια. Η βαναυσότητα, ο σαδισμός, ο καθημερινός εθισμός στην ωμότητα, η στρατιωτικοποίηση των θεσμών αναζητούν μια νέα ερμηνευτική πλαισίωση.

Καθοδηγητική αρχή του βιβλίου είναι ότι μια σύγχρονη κοινωνιολογία της βίας οφείλει να απεγκλωβιστεί από τις γενικευτικές ερμηνείες του παρελθόντος. Η βία δεν μπορεί να εξηγηθεί σήμερα με την αναγωγή στις, ενάρετες ή ιδιοτελείς, φιλοδοξίες των μεγάλων συλλογικών οργανισμών: του κράτους, των τάξεων, των καταπιεσμένων πληθυσμών. Η Βαβέλ της σύγχρονης βίας, σύμφωνα με τον Wieviorka, παράγεται ασφαλώς μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, δεν μπορεί όμως να αποδοθεί αποκλειστικά στην «επιβολή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», στη «φτώχεια» και στην «αυτοκρατορική επιθετικότητα της Αμερικής».

Τρία «κλειδιά»

Ο Wieviorka προτείνει τρία μεγάλα «κλειδιά» για την κατανόηση της κατακλυσμιαίας επέλασης της ανθρώπινης επιθετικότητας.

1 «Είμαστε, λέει, τα ορφανά των συγκρούσεων που μέχρι πρότινος δομούσαν τη συλλογική ζωή». Και εξηγεί: η αντιπαράθεση κεφαλαίου – εργασίας και η αποτύπωσή της σε όλα τα επίπεδα του 20ού αιώνα έχει εκλείψει, με αποτέλεσμα οι μεγάλες συλλογικές ταυτότητες του παρελθόντος να μην είναι σε θέση να νοηματοδοτήσουν τη βία του σήμερα. Τα μεγάλα στρατόπεδα (κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά) ακόμα και όταν πολεμούσαν σκληρά μεταξύ τους δεν υπήρξαν βατήρες της ανεξέλεγκτης και αμετροεπούς βίας· περιφρουρούσαν τους αγώνες τους. Σήμερα, η ποικιλία της βίας απεικονίζει μια ανησυχητική ανομοιομορφία αιτημάτων και φορέων, που ολοένα και σπανιότερα υποστηρίζει έλλογες διεκδικήσεις και συλλογικές ταυτότητες.

2 Ο Wieviorka περιγράφει την παγκοσμιοποίηση/πολυδιάσπαση της επιθετικότητας ως συνέπεια της απώλειας του κρατικού μονοπωλίου πάνω στη βία. Ο ατομικισμός, η ιδιωτικοποίηση των ίδιων των κατασταλτικών πολιτικών του κράτους αλλά και των τρομοκρατικών οργανισμών εμπεδώνουν μια καινοφανή σχέση των υποκειμένων με τη βία. Και αυτό διότι οι εμπειρίες οριακής βίας –που ενίοτε προκύπτουν στον σκοτεινό ορίζοντα μιας ακραίας ναρκισσιστικής φιληδονίας– στηρίζονται σε προβλήματα διαχείρισης και επιβίωσης του σύγχρονου υποκειμένου. Ξεπερνώντας παλιές γενικευτικές κατηγορίες, η κοινωνιολογία του Wieviorka υποθέτει ότι οι διάχυτες εμπειρίες βίας αποτελούν απαντήσεις στη σύγχρονη κρίση ταυτότητας του υποκειμένου. Σε μιαν εποχή καταναλωτικής – ατομικής ελευθεριότητας, τα πυκνά πισωγυρίσματα των ατομικών ελευθεριών και το στένεμα των οικονομικών – κοινωνικών ευκαιριών οδηγούν σε αυτό που ο Wieviorka ονομάζει «απορημένο υποκείμενο»: απώλεια νοήματος ζωής και δυσκολία κοινωνικής αναγνώρισης, που μετατρέπουν τη βία σε υποκατάστατο ταυτότητας. Η «υπερτροφική υποκειμενικότητα» θα αποτελέσει μια δεύτερη αντίδραση στην απώλεια νοήματος, που μεταμορφώνει το «κενό» σε πληθωριστικό θρησκευτικό ζήλο, σε δολοφονικό φονταμενταλισμό. Οι «νέοι δήμιοι» αποτελούν μία τρίτη υποπερίπτωση. Εκείνη που μετατρέπει τον απολεσθέντα εαυτό σε μηχανή βίας. Είναι άνθρωποι που, βασανίζοντας και θανατώνοντας, αναπληρώνουν την αποκοπή τους από κάθε συναίσθημα ελευθερίας. Η μισθοφορική επανοργάνωση των σύγχρονων στρατών παρέχει, π.χ., όλες τις αφορμές για την παραγωγή τέτοιων υποκειμένων.

3 Στην αντίπερα όχθη, συναντάμε μια ακόμη νέα ταυτότητα. Τα θύματα: αυτοφυής κοινωνική κατηγορία που επεξεργάζεται την ασκούμενη βία όχι πλέον ως «διασάλευση της κοινωνικής ειρήνης και του νόμου» αλλά ως προσβολή των πλέον μύχιων ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Σε αυτή τη ριζοσπαστική προβολή του δικαιώματος στο «ευ ζην», ο συγγραφέας επισημαίνει την ύπαρξη του κινδύνου του «θυματισμού». Τον κίνδυνο, δηλαδή, ένα δικαίωμα να διαστρεβλωθεί σε ιδεολογία που πριμοδοτεί φανατικά και αποκλειστικά αυτό που πληγώθηκε εκτρέποντας τον πολιτισμό των δικαιωμάτων σε μια κουλτούρα μνησικακίας, πολιτικής υποχονδρίας και κοινωνικού αυτισμού. Η πολιτική της Αμερικής μετά την 11/9 απηχεί μια τέτοια εργαλειοποίηση της συνθήκης του θύματος από τους μηχανισμούς κυριαρχίας.

Οι συνθήκες καταπίεσης

Απέναντι στην εμφάνιση αυτής της θρυμματισμένης βίας, ο Wieviorka αντιπαραθέτει μια «αποκωδικοποιητική» κοινωνιολογία, που συλλαμβάνει τη διείσδυση της βίας στον βαθύ υποκειμενικό κόσμο ως απάντηση στις ραγδαίες μεταβολές των κοινωνικών ταυτοτήτων. Καταδεικνύει επιμελώς ότι οι βάναυσες συμπεριφορές αγγίζουν προνομιακά πληθυσμούς που βρίσκονται είτε στη δίνη της αποπτώχευσης είτε σε διαδικασία πρόσβασης στην κοινωνική ευμάρεια.

Οι διαταραγμένες ταυτότητες ενός κόσμου ευμετάβλητου, γεμάτου φόβους και κοινωνικές προσδοκίες, σύμφωνα με τον Wieviorka, φαίνεται ότι έχουν πολλά να μας πουν για τις νέες δυναμικές της βίας. Τουλάχιστον όσα και οι συνθήκες της καταπίεσης και της φτώχειας.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-02-2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: