Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

The guilts... της Μαρίας Θανασούλια


Ορίστε η απάντηση μου συνοπτικά: Άκουσα από ανθρώπους που θεωρούσα σκεπτόμενους ή τέλος πάντων ευφυείς, την αναπαραγωγή των ρήσεων του Πρετεντέρη, του Κούγια, του Παυλόπουλου. Άκουσα ανθρώπους να λένε πως τις ημέρες αυτές της εξέγερσης, ντράπηκαν που είναι έλληνες. Κατηγόρησαν επίσης τους εξεγερμένους συμπολίτες τους ότι περίμεναν ένα θάνατο για να ικανοποιήσουν τη διαστροφή τους και να αντιδράσουν ακραία. Πως το Βατοπέδι μας άφησε αδιάφορους, το ασφαλιστικό επίσης και μας άρκεσε ένα «μεμονωμένο περιστατικό» για να κρυφτούμε πίσω από κουκούλες και να προκαλέσουμε το χάος. Προσπαθώντας να με πείσουν για το νοικοκυρεμένο δίκιο τους, μου έγραφαν κατεβατά στο messenger και στο facebook χωρίς να παίρνουν καμία απάντηση. Στο τέλος τους έγραφα: «Ας ήσουν εκεί. Θα είχες προστατευθεί από την ξεφτίλα του να λες μαλακίες.» Γνωρίζω. Στερούμαι επιχειρημάτων. Όμως οι άνθρωποι αυτοί δε χρειάζονται επιχειρήματα. Αυτό που πραγματικά οδηγεί τους «νοικοκυραίους» σε αυτή τη στάση δεν είναι κάποια πολιτική θέση τη στιγμή που ο,τιδήποτε θεσμικό αμφισβητείται. Ούτε πολιτικοοικονομικά συμφέροντα, καθώς η πλειοψηφία τους ανήκει στους πρώην μεσοαστούς, νυν απελπισμένους. Αυτό που οδηγεί τον νοικοκυραίο στην απάθεια και στην επίθεση προς τους εξεγερμένους, είναι οι βαθειά ριζωμένες τύψεις του. Τύψεις που πιάστηκε κορόιδο τόσα χρόνια και ψήφιζε δυνάστες. Τύψεις που μετά τη μεταπολίτευση δεν πάλεψε για κάτι καλύτερο, αλλά επιδόθηκε στο χόμπυ της λαμογιάς. Τύψεις που κάθε βράδυ καληνύχτιζε ήσυχος τους πανελίστες. Τύψεις για τα ρουσφέτια του. Τύψεις για τους φραπέδες στο δημόσιο και την παραγωγικότητά του που δεν ξεπερνά αυτήν του μπετόν αρμέ. Τύψεις γιατί όταν περνάει δίπλα από παρέες νέων, τον κοροϊδεύουν, αλλά αυτός δεν παίρνει χαμπάρι. Τύψεις για την έλλειψη παιδείας του που είναι και δική του ευθύνη πέραν της πολιτείας. Τύψεις που έγινε ή θα γίνει χοντρός, καράφλας με κατεβασμένα παντελόνια όπως εύστοχα είπαν τα παιδιά τα ίδια. Τύψεις τέλος, γιατί δεν έχει τα κότσια να βρεθεί στο δρόμο, μήπως χάσει τα «προνόμια» που του έδωσε το ξεπούλημά του. Δεν ξέρω αν θ’ αλλάξει κάτι. Δεν έχω ιδέα αν ο αγώνας υποκινείται ή αν αυτοί που τα σπάνε είναι ασφαλίτες και μετανάστες. Αφήνω την αλαζονεία αυτή και τη χαιρεκακία της κρίσης σε αυτούς που την κέρδισαν όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω όμως ότι για πρώτη φορά είδα τους έλληνες να κοιτάζουν έξω από το σπίτι τους, να ακούνε τα παιδιά τους, να προβληματίζονται για το μέλλον μας. Ξέρω πως ο αντιεξουσιαστικός χώρος είναι αρκετά τίμιος ώστε να μην καίει μαγαζιά απλών πολιτών και είδα με τα μάτια μου την προβοκάτσια. Εκτός από αυτούς όμως, είδα και δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μου έξω να ζητούν μια καλύτερη ζωή. Δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν κρατική βία και ο κόσμος ξέσπασε για όλα αυτά που επαναπαυόμενοι πίστευαν πως τον αφήνουν αδιάφορο. Εγώ αυτές τις ημέρες ένιωσα περήφανη ως ελληνίδα. Λυπάμαι.

Σημείωση δική μου: δεν συμφωνώ με όλα αλλά νομίζω ότι πρόκειται για μια διαισθητικά καίρια προσέγγιση που αναδημοσιεύω από το facebook με την άδεια της συγρ.

2 σχόλια:

Panayis Panagiotopoulos είπε...

είναι πολύ καλό το κείμενο
είναι απολύτως ενοχική η κατάσταση....
θα συμφωνούσα δε ΑΠΟΛΥΤΩΣ εαν μπορούσαμε να προεκτείνουμε αυτή την ανάλυση που γίνεται με όρους συνενοχής και στην ίδια την δυναμική της εξέγερσης και της βίας.... νομίζω ότι και εδώ κρύβεται μια ανυπόφορη οδύνη που γίνεται οργή και νομίζω ότι πηγάζει από το γεγονός ότι η κοινωνία της συνενοχής δεν είναι πλέον βιώσιμη

Ανώνυμος είπε...

Η μόνη αντικειμενική και πέρα ως πέρα αληθινή άποψη επί του θέματος, είναι ότι το επώνυμό μου στα ελληνικά γράφεται με ένα σίγμα!